The parent with whom a child does not live keeps the right of personal communication with the child (article 17, Parents and Children Relations Law, Law 216/1990). When parents disagree, the Family Court decides — and the child has a voice in that decision.
How the child is heard
Under article 6(3) of the Law, the court must seek and weigh the child's opinion before any decision on parental care, depending on the child's maturity. In practice this happens through a Welfare Office report — which must be detailed enough for the court to rely on — and, where appropriate, a private interview between judge and child, conducted so the child feels at ease and any parental influence can be assessed.
Opinion is not veto
The appellate case law is clear: absent exceptional circumstances, children must have contact with the parent they do not live with, because that is their proven interest. The question is not whether contact disturbs the child's routine or whether the parent is "fun" — a child's momentary preference does not override its best interests. The same logic extends to grandparents, who have their own statutory right of contact (article 17A, added in 2002).
Practical takeaway
An access order binds the residential parent with a corresponding obligation. Documented, consistent efforts to maintain contact — and any obstruction of it — weigh heavily in these cases. Note: the bill introducing default joint parental care (συνεπιμέλεια) remains pending before Parliament and is not yet law.
Ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί διατηρεί το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας μαζί του (άρθρο 17, περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμος, Ν. 216/1990). Σε περίπτωση διαφωνίας αποφασίζει το Οικογενειακό Δικαστήριο — και το παιδί έχει φωνή στην απόφαση αυτή.
Πώς ακούγεται το παιδί
Δυνάμει του άρθρου 6(3), το δικαστήριο οφείλει να ζητά και να συνεκτιμά τη γνώμη του παιδιού πριν από κάθε απόφαση για τη γονική μέριμνα, ανάλογα με την ωριμότητά του. Στην πράξη αυτό γίνεται μέσω έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας — η οποία πρέπει να είναι επαρκώς λεπτομερής ώστε το δικαστήριο να μπορεί να βασιστεί σε αυτήν — και, όπου ενδείκνυται, με προσωπική συνέντευξη του δικαστή με το παιδί, ώστε το παιδί να νιώθει άνετα και να αξιολογηθεί τυχόν επηρεασμός.
Γνώμη δεν σημαίνει βέτο
Η εφετειακή νομολογία είναι σαφής: στην απουσία εξαιρετικών περιστάσεων, τα παιδιά πρέπει να έχουν επικοινωνία με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένουν, γιατί αυτό είναι το αποδεδειγμένο συμφέρον τους. Το ζήτημα δεν είναι αν η επικοινωνία διαταράσσει το πρόγραμμα του παιδιού ή αν ο γονέας είναι «διασκεδαστικός» — η πρόσκαιρη προτίμηση δεν υπερισχύει του συμφέροντος. Η ίδια λογική επεκτείνεται και στους παππούδες, που έχουν δικό τους θεσμοθετημένο δικαίωμα επικοινωνίας (άρθρο 17Α, προσθήκη του 2002).
Πρακτικό συμπέρασμα
Το διάταγμα επικοινωνίας δεσμεύει τον γονέα διαμονής με αντίστοιχη υποχρέωση. Οι τεκμηριωμένες, συνεπείς προσπάθειες επικοινωνίας — και κάθε παρεμπόδισή της — βαραίνουν σημαντικά. Σημείωση: το νομοσχέδιο για τη συνεπιμέλεια παραμένει ενώπιον της Βουλής και δεν αποτελεί ακόμη νόμο.